Βιβλίο: Το παρελθόν μετράει στιγμές

Η Βασιλική Στρατικοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Κυπαρισσία. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο αγοριών. Ζει και εργάζεται στα Φιλιατρά. Είναι καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας και έχει δικό της φροντιστήριο ξένων γλωσσών εδώ και 17 χρόνια. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο του Cambridge με ειδικότητα στην δυσλεξία.

Απόψε μοιράζεται με εμάς ένα μικρό απόσπασμα από την πρώτη της συγγραφική προσπάθεια!

Η Μαίρη όλα αυτά τα χρόνια προσπαθεί να συναρμολογήσει το παζλ της ζωής της. Κινητήριος δύναμη, ο θάνατος της μικρής της αδερφής και η αλλοπρόσαλλη στάση των γονιών της. Μαζεύει σιγά - σιγά τα κομμάτια που θα τής δώσουν απαντήσεις στα ερωτήματα που την βασανίζουν. Οι λύσεις βρίσκονται καλά φυλαγμένες σε ένα παλιό ημερολόγιο που κράταγε η μάνα της κάπου στο πατρικό τους σπίτι. Πολλοί θα το αποκαλούσαν ένα απλό ενθύμιο, άλλοι άσκοπη αναδρομή στο χθες, αυτή συνειδητά επιχειρεί να μετρήσει τις στιγμές από το παρελθόν της.

Αποσπασματικά...

Εκείνο το πρωινό, καθώς ατένιζα στο υπερπέραν και ταξίδευα στους μαγικούς μου κόσμους, εμφανίστηκε ο Πέτρος ξαφνικά μπροστά μου. Ο άνθρωπος που στοίχειωνε τα βράδια μου, στεκόταν ακριβώς απέναντί μου. Καθόταν με την κυρά Ασημίνα στο ίδιο τραπέζι που τον είχα πρωτοδεί. 
Προσπάθησα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω του αλλά ήταν παντελώς αδύνατον. Ήταν ο γητευτής των ονείρων μου. Όμορφος όπως πάντα, με ένα γαλάζιο κοστούμι αυτή τη φορά και τα περιβόητα γυαλιά ηλίου στερεωμένα στην κορυφή του κεφαλιού του, έκανε ξανά την καρδιά μου να χοροπηδάει σαν τρελή.
Ξαφνικά και χωρίς καμία προειδοποίηση, σήκωσε το κεφάλι του προς τα πάνω. Εγώ μαρμαρωμένη στο πρεβάζι του παραθύρου, συνεχίζω να τον κοιτάζω αποσβολωμένη. Δεν μπορώ να κουνηθώ και εκνευρίζομαι απίστευτα γιατί αυτός είναι άνετος λες και περίμενε να με βρει βαλσαμωμένη στην ίδια θέση ύστερα από τόσο καιρό. Εντελώς φυσικά, μού έριξε ένα πλατύ χαμόγελο και με καλημέρισε.
«Καλημέρα Μαίρη».
Προφανώς δεν πρέπει να απάντησα γιατί ύστερα από λίγο ξανά είπε:
«Μαίρη, είσαι καλά;»
«Ναι, ναι πως, είπα με τρεμάμενη φωνή, απλά δεν σε άκουσα λόγω του αέρα».
«Παναγιά μου, τι βλακεία είπα! Ποιός αέρας και πράσινα άλογα με εμπόδισαν να τον ακούσω; Εδώ δεν κουνιέται φύλλο».
«Κατέβα κάτω να σε κεράσουμε ένα καφεδάκι, μια πορτοκαλάδα, κάτι...»
Θεέ μου, τι όμορφος που είναι! Σαν τον Απόλλωνα, το θεό του φωτός και της μουσικής που την καρδιά του την έκλεψε μία θνητή, η Κλυτία. Η δύστυχη, όμως, προφανώς ζήλευε πάρα πολύ και έτσι αυτός από οίκτο αναγκάστηκε και την έκανε ηλιοτρόπιο. Στην προκειμένη περίπτωση η θνητή είμαι εγώ και το μόνο αίσθημα που μπορώ να προκαλέσω και εγώ στον θεό-Απόλλωνα-Πέτρο είναι οίκτο και λύπηση, δυστυχώς.
«Μαίρη, Μαίρη, τί θα κάνεις τελικά; Θα έρθεις να σε κεράσουμε κάτι ή δεν μας καταδέχεσαι;» 
Εγώ το χαβά μου, αγαλματάκι ακούνητο σε οποιοδήποτε κάλεσμα της φύσης.
«Παναγιά μου, ξεφτιλίστηκα! Μου μιλάει ο άνθρωπος και εγώ το χαβά μου».
«Ναι, ναι, μισό λεπτό να το πω στη μάνα μου».
Μπαίνω μέσα και ψάχνω για τα Κυριακάτικα ρούχα μου. Πώς γίνεται βέβαια να φοράει κάποια τα γιορτινά της ρούχα πρωί- πρωί μέσα στο ίδιο της το σπίτι, δεν με πτόησε. Εγώ είχα βάλει σκοπό να τον καταπλήξω και με το νυχτικό ή την ρόμπα αυτό ήταν λίγο αδύνατον. Στα γρήγορα χτενίζομαι και φοράω ένα λευκό μπονέ στα μαλλιά.
Τι είπα προ ολίγου στον άνθρωπο ‘να το πω στη μάνα μου’; Εδώ γελάμε... Αν ήταν εδώ η κυρία Σοφία, φίδι στον κόρφο μου. Δεν θα μ’ άφηνε ούτε στο παράθυρο να βγω. Τι να πω· άλλο ένα σημάδι από το Θεό. Βέβαια, μπορεί να είναι δώρο από τον Απόλλωνα που ήταν και μάντης εκτός των άλλων. 
Ο μόνος ολύμπιος θεός που είχε μείνει χαραγμένος στη μνήμη μου από το σχολείο. Ο λόγος ήταν ένα άγαλμα που είχα δει σε μια επίσκεψη που κάναμε με το σχολείο στο Εθνικό Μουσείο της Αθήνας και πραγματικά είχα εντυπωσιαστεί. «Το ανδρικό κάλλος σε όλο του το μεγαλείο», είχε τονίσει η φιλόλογός μας και όχι άδικα.
Τώρα, δεν ξέρω αν είναι οι μαντικές ικανότητες του Απόλλωνα ή το τυχερό μου, πάντως ο Πέτρος παρουσιάστηκε τώρα που οι γονείς μου είναι στα κτήματα και η Χρυσάνθη στη φιλενάδα της, άρα το πεδίο ελεύθερο. Θεέ μου, μόνο βάλε το χέρι σου γιατί αν το μάθει η μάνα μου θα με σκοτώσει και είναι κρίμα μια χαρά κορίτσαρος, πάνω στα καλύτερά μου να με φάει το μαύρο χώμα. Τα κρύα αστεία είναι το φόρτε μου, πρέπει να το παραδεχτώ, αλλά αν η μάνα μου μ’ έβλεπε από καμιά γωνία, σίγουρα δεν θα γέλαγε αλλά μάλλον το αντίθετο. Θα έκλαιγε γιατί το κορίτσι της έχει χάσει το μυαλό και την λογική του με τον ημίθεο που παρουσιάστηκε μπροστά της.
Ρίχνω μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Η φιγούρα μιας ψηλόλιγνης κοπέλας με κύκνειο λαιμό πρόβαλε εμπρός μου. Αμυγδαλωτά, πράσινα μάτια και επιδερμίδα αλαβάστρινη συνέθεταν έναν συνδυασμό μοναδικό. Τα μαύρα μου μαλλιά πραγματικά είχαν μακρύνει πολύ και έφταναν ως τη μέση, ενώ τα σαρκώδη χείλη μου ήταν πιο κόκκινα από ποτέ. Η ελιά πάνω από το χείλος μου δε ήταν σαν το κερασάκι στην τούρτα, κάτι τόσο ωραίο αλλά και τόσο ιδιαίτερο. Καλούτσικη είσαι, Μαιρούλα, μονολόγησα και κατέβηκα σκουρδουμπουλιώντας τις σκάλες ξέροντας ότι το καλούτσικο ήταν το απειροελάχιστο που μπορούσε κάποιος να πει βλέποντάς με αυτήν τη στιγμή.

¤

Όσες προσευχές όμως και αν έκανε, ο Θεός έχει προδιαγράψει το μέλλον του καθενός μας. Οι εξετάσεις έδειξαν καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο. Όταν πλέον οι γιατροί ήταν παντελώς σίγουροι για την κατάσταση του Γιώργου, την ενημέρωσαν και όπως ήταν φυσικό, κατέρρευσε. Ο άνθρωπος αυτός ήταν γι’ αυτήν το άλλο της μισό.
Στέκει γονατιστή μπροστά από τον γιατρό που είχε αναλάβει τον άντρα της.
«Σε θερμοπαρακαλώ και εσύ ό,τι θέλεις από εμένα, βοήθησε τον. Είναι ένας νέος άνθρωπος και πατέρας ενός μωρού. Σε εκλιπαρώ, κάνε κάτι».
Τα μάτια της τρέχουν αδιάκοπα. Τώρα δεν μιλάει το στόμα, ούτε η λογική, τώρα τον λόγο έχει μόνο η καρδιά η οποία δεν υποκύπτει σε ντροπές και προσχήματα.
Ο γιατρός την χτυπά απαλά στην πλάτη και της κάνει νόημα να σηκωθεί.
«Άκουσέ με, προσεχτικά. Ο άντρας σου έχει ήδη ξεκινήσει για ένα ταξίδι που, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν έχει γυρισμό. Θα βρεθούν πολλοί που θα προσπαθήσουν να σου πουλήσουν μάταιες ελπίδες σχετικά με καινούργιες θεραπείες και θαυματουργά μαντζούνια. Μη μπεις εσύ και η οικογένειά σου σ’ αυτή την περιπέτεια. Είναι τυχοδιώκτες που εκμεταλλεύονται τον πόνο του άλλου. Είναι ζήτημα χρόνου να πέσουν οι τίτλοι τέλους».
Τρέμουν τα χέρια της και αισθάνεται να βυθίζεται σε έναν κυκεώνα που δεν έχει έξοδο.
«Κυρία Καλλιόπη, σε είχα για γυναίκα με τσαγανό. Σύνελθε και σκέψου ότι πίσω του ο Γιώργος αφήνει τον διάδοχό του, την συνέχειά του». 
Δεν ακούει! Έχει ήδη βρεθεί κάτω από τα τάρταρα της γης. Νιώθει την οδύνη να της παραλύει το κορμί.
«Δεν με ακούς... Το μόνο πράγμα που δεν θέλει τώρα ο αγαπημένος σου είναι θλιμμένα πρόσωπα και ματιές γεμάτες οίκτο. Σκούπισε τα μάτια σου και προσπάθησε να ρουφήξεις το κάθε λεπτό μαζί του. 
Λυπάμαι αλλά θα είναι από τις τελευταίες του στιγμές...»
Έφυγε από το γραφείο του γιατρού και σωριάστηκε σε μια καρέκλα που βρισκόταν ακριβώς απ’ έξω. 
Έπιασε το κεφάλι με τα δυο της χέρια και ξέσπασε σε λυγμούς. Τα αναφιλητά της αναστάτωσαν όλο το νοσοκομείο. Οι κραυγές της προκαλούσαν ανατριχίλα. Ο πόνος της ήταν αβάσταχτος και δε μπορούσε να τον χαλιναγωγήσει. Μια νοσοκόμα την παρακάλεσε να ηρεμήσει, αλλά αυτή δεν υπάκουε σε τίποτα. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου και του τόπου. Έπρεπε να επιστρέψει στον Γιώργο αλλά δεν μπορούσε να τον κοροϊδέψει. Εξάλλου, στα μάτια της ήταν γραμμένος ο πόνος της ψυχής της και τα ίδια από μόνα τους θα πρόδιδαν την αλήθεια.
Μπήκε στο δωμάτιο και αμέσως χώθηκε στην αγκαλιά του. Δεν ήθελε να του πει τίποτα. Της αρκούσε που άκουγε απλά τους χτύπους της καρδιάς του. Ούτε όμως ο Γιώργος ρώτησε κάτι. Η σιωπή της έδωσε όλες τις απαντήσεις που χρειαζόταν. Το μόνο που μέτραγε τώρα και για τους δύο, ήταν ότι ο ένας ήταν δίπλα στον άλλον. Όταν φτάνεις στο τέλος δεν κάνεις ερωτήσεις του τύπου γιατί, πώς, πότε. 
Όλα αυτά είναι εύλογα ερωτήματα υπό άλλες όμως συνθήκες, όχι όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τον ίδιο τον θάνατο.
Δεν την κούρασε καθόλου. Δεν αγκομάχησε ούτε μια στιγμή. Θα μπορούσε να περάσει μια ζωή ακόμα μέσα σε αυτό το άψυχο δωμάτιο νοσοκομείου, περιμένοντας ένα θαύμα. Έσβησε ένα ηλιόλουστο πρωινό κρατώντας το χέρι της στο μέρος της καρδιάς.
«Είσαι ο άνθρωπος που άλλαξε τη ζωή μου και θα σε κουβαλάω για πάντα μέσα μου», είπε η Καλλιόπη χωρίς όμως να τρέξει ούτε ένα δάκρυ από τα μάτια της. Είχαν και αυτά στερέψει από τα ατέλειωτα μερόνυχτα που πέρασε παρακαλώντας όλα τα ιερά και όσια για ένα θαύμα.
Ένα δάκρυ όμως κύλησε από τα δικά του μάτια. Της έγνεψε ότι καταλαβαίνει πώς νιώθει γιατί το ίδιο νιώθει και αυτός. Έτσι απλά έφυγε από κοντά της λέγοντας αθόρυβα το τελευταίο αντίο. Στον τάφο του ακριβώς κάτω από τον σταυρό του, χάραξε μια μαρμάρινη πλάκα εκφράζοντας το τι ήταν ο Γιώργης για αυτήν.
«Σε σένα που έγινες άξιος σύζυγος αλλά πατέρας μόνο για λίγο».

απόσπασμα και φώτο:
Βασιλική Στρατικοπούλου για το Down Time

Πατήστε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα και μη ξεχνάτε...


Share on Google Plus

About Down Time

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας...